Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012
Χιόνι στη Φλώρινα..
Ένα δείγμα για το τι εννοούμε στη Φλώρινα,όταν λέμε χιόνισε..
| Σταλακτίτης στο μπαλκόνι μου. |
| Τα αυτοκίνητα. |
| Ένα ποδήλατο.(Τα υπόλοιπα είναι καλυμμένα) |
| Οι πάπΚιες. |
| Το πανεπιστήμιο. |
| Το ποτάμι. |
| Δρόμος μπροστά από το σπίτι μου. |
| Η οδός μου. |
| Το νέο πάρκο. |
| Ο δρόμος για τη Φλώρινα. |
| Η λέσχη και η στάση των λεωφορείων. |
| Ο δρόμος στο Δημαρχείο. |
| Ένα στενό. |
| Η Σοφία και ένα αμάξι. |
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012
Το Μονόγραμμα
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό, μ’ ακούς
μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ,μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιός, μ’ ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα– ένα , μ’ ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ ,μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει — ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιο φωνάζει. – ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.
Οδυσσέας Ελύτης
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό, μ’ ακούς
μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ,μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιός, μ’ ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα– ένα , μ’ ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ ,μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει — ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιο φωνάζει. – ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.
Οδυσσέας Ελύτης
Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012
Η μικρή χελώνα
Γεννήθηκες εγκλωβισμένη.
Σε μια λεκάνη μικρή ακουμπισμένη στην κουζίνα ενός βρόμικου εργαστηρίου.
Πλάι σου μεγάλα δοχεία γεμάτα με πινέλα και πεταμένα ακρυλικά από δω κ από κει.
Κάθε μέρα αντίκριζες πάρα πολλά άτομα..Άλλοι σε πείραζαν, άλλοι σε έπαιζαν,άλλοι σε κάναν μπάνιο,
άλλοι πάλι σε σιχαινόντουσαν..Δε φταις εσύ που είσαι έτσι..Εσύ γεννήθηκες μες στην σκλαβιά.
Μια ζωή χωρίς νόημα..Μία ζωή χωρίς ενδιαφέρον.Τι να κάνεις σε μια μικρή λεκάνη..
Πρέπει να βγεις έξω να ανακαλύψεις τον κόσμο..μα δεν φτάνεις να ξεφύγεις.Μένεις εκεί.
Σκέφτεσαι..έχω παρέα εδώ μέσα,άσε που κάθε μέρα με χαιρετάει τόσος κόσμος.
Αναλογίζεσαι τι θα κάνεις μισό αιώνα εκεί μέσα..Σβούρες σβούρες βαρέθηκες..
Επαναστατείς.Σηκώνεσαι στα δυο σου πόδια και προσπαθείς να σκαρφαλώσεις.Προσπαθείς,
ξαναπροσπαθείς μα είναι πολύ ψηλά..Πιστεύεις σε σένα.Πιστεύεις πως μπορείς να τα καταφέρεις..
Κλείνεις τα μάτια κ πηδάς.Βρίσκεσαι έξω..Είσαι ελεύθερη..Κ τώρα τρέχεις.
Πέφτεις από τον πάγκο της κουζίνας και εξερευνείς.Γυρνάς όλα τα δωμάτια του εργαστηρίου.
Ω τι ωραία που πέτυχες αυτό που ήθελες! Τι ωραία που είσαι ελεύθερη!
Θα κάτσεις δω σ'αυτήν τη γωνίτσα να ξαποστάσεις.Ωχ!Ένας άνθρωπος..σε παίρνει και σε πάει
πίσω στη λεκάνη σου και σου λέει -μη ξαναφύγεις.Εδώ είναι το σπίτι σου.
-Τι να κάνω εδώ; ρωτάς, -Σε λίγο δε θα χωράω να κάνω σβούρες.
Μεγαλώνω και θέλω να δω τον κόσμο.
-Θα σε βάλω σε πιο μεγάλο σπιτάκι, απαντάει ο άνθρωπος.Κάθεσαι λίγες μέρες και σκέφτεσαι..
Προσπάθησες και απέτυχες..Τι θα κάνεις τώρα;Το αποδέχεσαι και μένεις φυλακισμένη..ή ξαναπροσπαθείς να το σκάσεις..Θα ναι δύσκολο να το ξαναπετύχεις να βγεις..και ακόμα πιο δυσκολο να μείνεις καιρό έξω..
Αλλά τι πιο δύσκολο απ'τό να αναγκαστείς να παραμείνεις εκεί χωρίς να κάνεις τίποτε.
Το πήρες απόφαση και ξανασηκώνεσαι..Ξαναπηδάς και ξαναπέφτεις. Σηκώνεσαι πάλι, σκαρφαλώνεις και γυρνάς ανάποδα.
Μένεις ανάσκελα για ώρες..ταλαντεύεσαι προσπαθώντας να γυρίσεις μα δε μπορείς..
Έλα, μια ακόμα προσπάθεια..
Τα κατάφερες και ήρθες μπρούμυτα.Ξανασηκώνεσαι..φτάνεις στο πιο ψηλό σημείο και πέφτεις στο πάτωμα..Το καβούκι σου πονάει..μπορεί κ να σπασε λίγο..Δεν πειράζει ,είναι το τίμημα.Τρέχεις και ψάχνεις διέξοδο.Μακάρι αυτή τη φορά να τα καταφέρεις..Είσαι έξω και γυρνάς στα δωμάτια μια μέρα..Μπράβο σου.Προσπάθησε να μη σε δει κανείς..Ωχ να κάποιος σε είδε.Σε πάει πάλι πίσω στη λεκάνη..Μένεις στεναχωρημένη που δεν έφτασες τον στόχο σου.Σκέφτεσαι πως ίσως ήταν η τελευταία φορά που προσπάθησες.Απογοητευμένη με τον εαυτό σου..ή μάλλον καλύτερα απογοητευμένη από τη μοίρα σου..στέκεσαι σε μια γωνιά.
Η ζωή σου δεν έχει νόημα και πάλι.Ξυπνάς ,τρως και κοιμάσαι..Τι άλλο έχεις να κάνεις;Τίποτε.Λοιπόν ξαναπροσπάθησε!
Τώρα έμαθες πως είναι..Ξανασκαρφάλωσε,ξαναχτύπα στο καβούκι σου,ξαναπέσε και ξαναβγές.
Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής σου.Αυτός θα ναι ο λόγος που θα σε θαυμάζω και θα με εμπνέεις.Όσες φορές και αν αποτύχεις..όσες φορες και αν πέσεις θα σκέφτεσαι οτι προσπάθησες και δεν αποδέχτηκες την κατάσταση.
Τότε θα σαι περήφανη, τότε θα σαι σπουδαία..
Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011
Κάτι θεματικές Πέμπτες..
Νοσταλγώ εκείνες τις Θεματικές Πέμπτες σπίτι της..
Κάναμε παρέα και τρώγαμε Γοριλάκια..
Νοσταλγώ Τα απίστευτα απογεύματα που το κουδούνι "Τύρναβος"
χτυπούσε συνέχεια από φίλους διψασμένους για συντροφιά και διασκέδαση.
Η πόρτα άνοιγε με μια μικρή δικαιολογημένη καθυστέρηση και τότε,
καθώς έπαιρνες μέρος στην παρέα η κούραση της εβδομάδας σε αποχαιρετούσε
και καλωσορίζατε όλοι μαζί την φαντασία, την δημιουργία και την χαρά.
Εκείνες οι κρύες Πέμπτες θα είναι αξέχαστες.
Καλύτερες απ' όλες.
Άλλοτε κάνοντας πικ νικ στο σαλόνι
ακούγοντας τα ρυάκια και τα πουλιά από ένα παλιό κασετόφωνο.
Τσούγκριζες κόκκινα αβγά σαν κοριτσάκι από το μικρό σπίτι στο λιβάδι,
με τις μακριές σου κοτσίδες, τα ροζ μάγουλα και τις φακίδες ενώ
έπαιζες σι-μαριό περιτριγυρισμένος από λουλούδια του αγρού..
Αχ λουλούδια του αγρού..μόλις τα είχες κόψει από μία αλάνα στον Εύοσμο.
Δεν ήταν πολλά λουλούδια.Μόνο δύο είδη.Παπαρούνες και ζόμπι.
Άλλοτε πάλι ανοίγωντας την πόρτα σε ντελιβεράδες κάνοντας
κάθε φορά και έναν καινούριο ρόλο.
Ντυνόσουν στα κόκκινα με κόκκινο κραγιόν και κόκκινο φωτάκι.
Στεκόσουν στο χολ με ένα πρόχειρο τραπεζάκι της στιγμής
με το σουπλά και τα κεράκια σου.
Δεν σηκωνόσουν να πληρώσεις γιατί ήξερες ότι θα δώσει τα χρήματα
ένα ξένο χέρι πίσω από την πόρτα.
Εκείνο το ίδιο που κρατούσε την άλλη φορά μια κούκλα κομμωτικής
με ρολά στα μαλλιά.
Μια άλλη φορά που με ομαδική δουλειά παραλάβαμε το φαγητό
και με την ίδια ομαδική δουλειά δώσαμε από χέρι σε χέρι τα χρήματα.
Θυμάμαι μία Πέμπτη ήταν το θέμα γυαλιά ηλίου και χρωματιστά ρούχα
και θα λάμβανε χώρα στο πράσινο δωμάτιο.
Μόνο που τελικά το πράσινο δωμάτιο έγινε χρωματιστό κ αυτό
κ έτσι φορούσες τα μαύρα γυαλιά και έπαιζες.
Αφού το παιχνίδι τελείωσε ακολούθησε ψηφοφορία στο δωμάτιο επικοινωνίας
παρέα με τον Μεγάλο Αδελφό και δήλωνες ποιος θέλεις να αποχωρήσει
αυτή τη βδομάδα με αιτιολόγηση όσο αναφορά την αποστολή που είχαμε.
Μα η αγαπημένη μου Πέμπτη απ' όλες ήταν εκείνη
που ένας παπάς στην εκκλησία έχει φωνάξει κάποια κοριτσάκια
να τα κάνει μάθημα οικοκυρικής.Επίσης έχει βάλει
πολλούς υφασμάτινους πουά φαλλούς στον πουά τοίχο της εκκλησίας.
Καθώς λοιπόν τα έκανε μάθημα τα υπνώτιζε κιόλας επειδή ήταν ψυχασθενής.
Αφού τα υπνώτισε τα μετέφερε με νταλίκα και έσκαψε έναν τεράστιο λάκκο στον αέρα
επειδή ήταν και νεκροθάφτης και τα έβαλε όλα τα κοριτσάκια μέσα
σε στοιβάδες απανωτά.Έτσι τα κοριτσάκια πέθαναν από την πείνα.
Ο λόγος που ήθελε τα κοριτσάκια ο παπάς ήταν να τα πηδήξει ένα-ένα απανωτά.
Κανονικά όμως.Κανονικά Δεν ήταν τόσο ανώμαλος.
Αφού πήδηξε τα νεκρά μικρά κοριτσάκια ο παπάς, μπήκε η άλλη προσωπικότητα
μέσα του και κάλεσε την αστυνομία επειδή ήταν σχιζοφρενής.
Έρχεται η αστυνομία και βλέπει τα νεκρά μικρά βρασμένα κοριτσάκια
και του δίνει ποινή να σκοτωθεί σε ηλεκτρική καρέκλα.
Όλο αυτό όμως το είχε γράψει στη διαθήκη του ως τελευταία του επιθυμία.
Οι Πέμπτες όμως δεν συνεχίστηκαν για πολύ.
Την θέση τους πήραν βόλτες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Ήταν μαγευτικές μα σταμάτησαν..Δε ξέρει κανείς αν θα ξανάρθουν.
Μα όλες οι αναμνήσεις θα σε συνοδεύουν.Όλες αυτές οι παραπάνω.
Κάναμε παρέα και τρώγαμε Γοριλάκια..
Νοσταλγώ Τα απίστευτα απογεύματα που το κουδούνι "Τύρναβος"
χτυπούσε συνέχεια από φίλους διψασμένους για συντροφιά και διασκέδαση.
Η πόρτα άνοιγε με μια μικρή δικαιολογημένη καθυστέρηση και τότε,
καθώς έπαιρνες μέρος στην παρέα η κούραση της εβδομάδας σε αποχαιρετούσε
και καλωσορίζατε όλοι μαζί την φαντασία, την δημιουργία και την χαρά.
Εκείνες οι κρύες Πέμπτες θα είναι αξέχαστες.
Καλύτερες απ' όλες.
Άλλοτε κάνοντας πικ νικ στο σαλόνι
ακούγοντας τα ρυάκια και τα πουλιά από ένα παλιό κασετόφωνο.
Τσούγκριζες κόκκινα αβγά σαν κοριτσάκι από το μικρό σπίτι στο λιβάδι,
με τις μακριές σου κοτσίδες, τα ροζ μάγουλα και τις φακίδες ενώ
έπαιζες σι-μαριό περιτριγυρισμένος από λουλούδια του αγρού..
Αχ λουλούδια του αγρού..μόλις τα είχες κόψει από μία αλάνα στον Εύοσμο.
Δεν ήταν πολλά λουλούδια.Μόνο δύο είδη.Παπαρούνες και ζόμπι.
Άλλοτε πάλι ανοίγωντας την πόρτα σε ντελιβεράδες κάνοντας
κάθε φορά και έναν καινούριο ρόλο.
Ντυνόσουν στα κόκκινα με κόκκινο κραγιόν και κόκκινο φωτάκι.
Στεκόσουν στο χολ με ένα πρόχειρο τραπεζάκι της στιγμής
με το σουπλά και τα κεράκια σου.
Δεν σηκωνόσουν να πληρώσεις γιατί ήξερες ότι θα δώσει τα χρήματα
ένα ξένο χέρι πίσω από την πόρτα.
Εκείνο το ίδιο που κρατούσε την άλλη φορά μια κούκλα κομμωτικής
με ρολά στα μαλλιά.
Μια άλλη φορά που με ομαδική δουλειά παραλάβαμε το φαγητό
και με την ίδια ομαδική δουλειά δώσαμε από χέρι σε χέρι τα χρήματα.
Θυμάμαι μία Πέμπτη ήταν το θέμα γυαλιά ηλίου και χρωματιστά ρούχα
και θα λάμβανε χώρα στο πράσινο δωμάτιο.
Μόνο που τελικά το πράσινο δωμάτιο έγινε χρωματιστό κ αυτό
κ έτσι φορούσες τα μαύρα γυαλιά και έπαιζες.
Αφού το παιχνίδι τελείωσε ακολούθησε ψηφοφορία στο δωμάτιο επικοινωνίας
παρέα με τον Μεγάλο Αδελφό και δήλωνες ποιος θέλεις να αποχωρήσει
αυτή τη βδομάδα με αιτιολόγηση όσο αναφορά την αποστολή που είχαμε.
Μα η αγαπημένη μου Πέμπτη απ' όλες ήταν εκείνη
που ένας παπάς στην εκκλησία έχει φωνάξει κάποια κοριτσάκια
να τα κάνει μάθημα οικοκυρικής.Επίσης έχει βάλει
πολλούς υφασμάτινους πουά φαλλούς στον πουά τοίχο της εκκλησίας.
Καθώς λοιπόν τα έκανε μάθημα τα υπνώτιζε κιόλας επειδή ήταν ψυχασθενής.
Αφού τα υπνώτισε τα μετέφερε με νταλίκα και έσκαψε έναν τεράστιο λάκκο στον αέρα
επειδή ήταν και νεκροθάφτης και τα έβαλε όλα τα κοριτσάκια μέσα
σε στοιβάδες απανωτά.Έτσι τα κοριτσάκια πέθαναν από την πείνα.
Ο λόγος που ήθελε τα κοριτσάκια ο παπάς ήταν να τα πηδήξει ένα-ένα απανωτά.
Κανονικά όμως.Κανονικά Δεν ήταν τόσο ανώμαλος.
Αφού πήδηξε τα νεκρά μικρά κοριτσάκια ο παπάς, μπήκε η άλλη προσωπικότητα
μέσα του και κάλεσε την αστυνομία επειδή ήταν σχιζοφρενής.
Έρχεται η αστυνομία και βλέπει τα νεκρά μικρά βρασμένα κοριτσάκια
και του δίνει ποινή να σκοτωθεί σε ηλεκτρική καρέκλα.
Όλο αυτό όμως το είχε γράψει στη διαθήκη του ως τελευταία του επιθυμία.
Οι Πέμπτες όμως δεν συνεχίστηκαν για πολύ.
Την θέση τους πήραν βόλτες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Ήταν μαγευτικές μα σταμάτησαν..Δε ξέρει κανείς αν θα ξανάρθουν.
Μα όλες οι αναμνήσεις θα σε συνοδεύουν.Όλες αυτές οι παραπάνω.
Αν κάποια δεν την έζησες ήσουν Μπλιτζ και πίστεψε με, είναι απαίσιο να είσαι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


